τζόγια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | τζόγια | οι | τζόγιες |
| γενική | της | τζόγιας | — | |
| αιτιατική | την | τζόγια | τις | τζόγιες |
| κλητική | τζόγια | τζόγιες | ||
| Προφέρεται με συνίζηση στην κατάληξη ως παροξύτονο. Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τζόγια < (άμεσο δάνειο) βενετική zogia < ιταλική gioia (χαρά) < παλαιά γαλλικά joie < υστερολατινική gaudia < λατινική gaudium < gaudeo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gau- (χαίρομαι)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τζόγια θηλυκό
- χαρά
- (κατ’ επέκταση) χάρμα οφθαλμών
- (προσφώνηση) οικεία προσφώνηση προσφιλούς προσώπου
- (λαογραφία) στεφάνι που δίνεται ως γαμήλιο δώρο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τζόγια
|
|
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τζόγια < (άμεσο δάνειο) βενετική zoja
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τζόγια θηλυκό
- στεφάνι
- ※ 16ος/17ος αιώνας Γεώργιος Χορτάτσης, Πανώρια, Πράξη Ε', στίχ. 400 (399-400)
- νὰ σᾶς θωροῦν οἱ κορασὲς κ’ οἱ νιοί νὰ σᾶς τιμοῦσι,
τζόγιες νὰ κάνου μετὰ σᾶς ὄμορφες νὰ φοροῦσι.- Εμμανουήλ Κριαράς, Γεωργίου Χορτάτση, Πανώρια. Κριτική έκδοση με εισαγωγή, σχόλια και λεξιλόγιο Εμμανουήλ Κριαρά, Βυζαντινή και Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 193
- νὰ σᾶς θωροῦν οἱ κορασὲς κ’ οἱ νιοί νὰ σᾶς τιμοῦσι,
- ※ 16ος/17ος αιώνας Γεώργιος Χορτάτσης, Πανώρια, Πράξη Ε', στίχ. 400 (399-400)
- (προσφώνηση) οικεία προσφώνηση προσφιλούς προσώπου
- ※ 15ος αιώνας⌘ ανωνύμου, Ερωτοπαίγνια, χειρόγραφο Νάξου, ΚΑΤΟΛΟΓΟ, στίχ. 53 (53-54) @anemi.lib.uoc.gr
- Σαράντα λάκκους ἤσκαψα, τζόγια μου, στὴν αὐλή σου,
νὰ βγάλω τὸ ῥοδόσταμο νὰ πλύνω τὸ κορμί σου.- Ερωτοπαίγνια = (Chansons d' amour) /publiées d' apres un manuscrit du XVe siècle apres une traduction, une étude critique sur les Εκατόλογα (Chanson des cent mots) des observations grammaticales et un index par D. C. Hesseling et Hubert Pernot.Paris :H. Welter ; Athènes : Elefthéroudakis et Barth, 1913.
- Σαράντα λάκκους ἤσκαψα, τζόγια μου, στὴν αὐλή σου,
- ※ 15ος αιώνας⌘ ανωνύμου, Ερωτοπαίγνια, χειρόγραφο Νάξου, ΚΑΤΟΛΟΓΟ, στίχ. 53 (53-54) @anemi.lib.uoc.gr
Κλιτικοί τύποι
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- Εμμανουήλ Κριαράς, Γεωργίου Χορτάτση, Πανώρια. Κριτική έκδοση με εισαγωγή, σχόλια και λεξιλόγιο Εμμανουήλ Κριαρά, Βυζαντινή και Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Θεσσαλονίκη 1975, Λεξιλόγιο, σελ. 285
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα βενετικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Προσφωνήσεις (νέα ελληνικά)
- Λαογραφία (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα βενετικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (μεσαιωνικά κρητικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά κρητικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)