lens

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

ενικός πληθυντικός
lens lenses

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

lens (en)

  1. (οπτική) φακός
    corrective lens - διορθωτικός φακός
    contact lens - φακός επαφής
  2. (ανατομία) ο φακός του ματιού
  3. γένος οσπρίων που περιλαμβάνει και τη φακή

Flag of Italy.svg Ιταλικά (it) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

lens (it)

  1. (βοτανική) γένος οσπρίων που περιλαμβάνει και τη φακή

Vexilloid of the Roman Empire.svg Λατινικά (la) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

lens < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) , συγγενές με το (γερμανικά) Linse και το (αρχαία ελληνική ) λάθυρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[]

lens (la) θηλυκό

  1. (βοτανική) φακή
  2. φακές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική lens lentēs
γενική lentis lentium
δοτική lentī lentibus
αιτιατική lentem lentēs
κλητική lens lentēs
αφαιρετική lente lentibus
(γ' κλίση)

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[]

lens (la) θηλυκό

Plume ombre.png Κλίση[]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική lens lendēs
γενική lendis lendium
δοτική lendī lendibus
αιτιατική lendem lendēs
κλητική lens lendēs
αφαιρετική lende lendibus
(γ' κλίση)