φακή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φακή φακές
γενική φακής φακών
αιτιατική φακή φακές
κλητική φακή φακές
Φυτό της φακής (1)
Φακές (2)
Ένα πιάτο φακές σε σούπα (3)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φακή < αρχαία ελληνική φακῆ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φακή θηλυκό

  1. (βοτανική) αγγειόσπερμο δικότυλο φυτό της οικογένειας των Κυαμοειδών και στην τάξη των Κυαμωδών
  2. ο καρπός του φυτού 1
  3. (συνήθως στον πληθυντικό) φακές: το φαγητό από τους καρπούς 2
    Οι φακές είναι νόστιμες και έχουν βιταμίνες και σίδηρο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]