φακός επαφής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | φακός επαφής | οι | φακοί επαφής |
| γενική | του | φακού επαφής | των | φακών επαφής |
| αιτιατική | τον | φακό επαφής | τους | φακούς επαφής |
| κλητική | φακέ επαφής | φακοί επαφής | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φακός επαφής < φακός & επαφή, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική contact lens
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /faˈkos e.paˈfis/
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]φακός επαφής αρσενικό
- λεπτός ελαστικός φακός, που τοποθετείται στο βολβό του ματιού και συμβάλλει στη διόρθωση προβλημάτων όρασης ή, αν είναι χρωματιστός, αλλάζει και το χρώμα του ματιού
- ※ Σήμερα φαίνομαι αρκετά νέα, άλλαξα λουκ, το μαλλί είναι σγουρό -ας είναι καλά η περούκα- μέχρι και κατάμαυρα μάτια απέκτησα σήμερα, ας είναι καλά οι φακοί επαφής. Τελικά, όταν φτιάχνομαι μπορώ να γίνομαι πολύ γκόμενα. Μπήκα στο γραφείο με τακουνάρες και κόκκινο στενό παντελόνι. Νεανίζω η άτιμη τώρα που χώρισα από τον πρώην μου. (Μίλτος Μόσχος, Ένα ξεχασμένο έγκλημα στο Ναύπλιο, 2021, σελ. 212)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φακός επαφής
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Πολυλεκτικοί όροι με ένα κλιτό (νέα ελληνικά)
- Κλίση αρσενικών πολυλεκτικών όρων με ένα κλιτό (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)