natural

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

natural < από το λατινικό nātūrālis < από τη μετοχή nātus του ρήματος nāscor (γεννιέμαι)

Open book 01.svg Επίθετο[]

natural (en)

  1. φυσικός, όχι τεχνητός
  2. χωρίς προσμείξεις
  3. φυσιολογικός, κανονικός, αναμενόμενος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

natural (en)

  1. με ταλέντο, που ως προς μια ιδιότητά του γεννήθηκε με αυτήν, την εκδηλώνει αυθόρμητα, του "βγαίνει" φυσικά
  2. αυτόχθων



Flag of Spain.svg Ισπανικά (es) []

Open book 01.svg Επίθετο[]

natural (es)



Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) []

Open book 01.svg Επίθετο[]

natural (pt), αρσενικό