plenus
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- plenus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pl̥h₁nós (γεμάτος). Συγγενές με το (αρχαία ελληνική) πλήρης και πλέως, το σανσκριτικό पूर्ण (pūrṇa) και το αρχαίο αγγλικό full
Επίθετο
[επεξεργασία]plenus