put out

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας put out
γ΄ ενικό ενεστώτα puts out
αόριστος put out
παθητική μετοχή put out
ενεργητική μετοχή putting out

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις: put και out

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

put out (en)

  1. (μεταβατικό) βγάζω έξω (κάποιον, κάτι)
    Please, can put out the clothes for me?: Mπορείς, σε παρακαλώ, να μου βγάλεις έξω (να απλώσεις) τα ρούχα;
  2. (μεταβατικό) βγάζω (κάτι, κάποιον) από τη θέση του (με τη σημασία της απομάκρυνσης, της παύσης, της εξάρθρωσης, του τραυματισμού)
    Be careful or you'll put your eyes out with those scissors!: Πρόσεξε να μη βγάλεις το μάτι σου μ' αυτό το ψαλίδι
  3. (μεταβατικό) σβήνω (φωτιά, τσιγάρο κ.λπ.)
  4. (μεταβατικό) παράγω
  5. (μεταβατικό) μεταδίδω (εκπομπή), εκδίδω ή κυκλοφορώ (βιβλίο, μουσικό άλμπουμ κ.λπ.)
  6. (αμετάβατο) (αργκό): συναινώ σε σεξουαλική επαφή, πηδιέμαι, «κάθομαι» να με πηδήξουν (συνήθως για γυναίκες)
    She came to my place yesterday, but she finally didn't put out: Ήρθε (αυτή) στο σπίτι μου, αλλά τελικά δεν μου κάθησε