scoundrel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/ˈskaʊndr(ə)l/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία en[επεξεργασία]

εκ του scunner (για κάτι δυσάρεστο, που σ' αρρωσταίνει, μισητό, αντιπαθητικό, αηδιαστικό)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

scoundrel (en)

  1. παλιάνθρωπος, κάθαρμα, απόβρασμα, παλιοτόμαρο, παλιόμουτρο, υποκοσμικός