κουμάσι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουμάσι κουμάσια
γενική κουμασιού κουμασιών
αιτιατική κουμάσι κουμάσια
κλητική κουμάσι κουμάσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουμάσι (1,2) < μεσαιωνική ελληνική κουμάσι(ν) / κουμάσιον / κομάσι < τουρκική kümes < περσική کومه (kume: καλύβα)
κουμάσι (3) < μεσαιωνική ελληνική κουμάσι(ν) / κουμάσιον < τουρκική kumaş < αραβική قُمَاش (qumāš: υφάσματα, ρούχα, κουρέλια) < ρίζα ق م ش ‎(q-m-š)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουμάσι ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) το κοτέτσι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ορνιθώνας
  2. (ιδιωματικό) (παρωχημένο) διώροφο κτίσμα που στο ισόγειο στέγαζαν το γουρούνι και στον απάνω όροφο τις κότες
  3. (μεταφορικά) (λαϊκότροπο) κάποιος που δεν είναι σοβαρός
    Καλά κουμάσια και του λόγου τους. (Συννεφιάζει, Μ. Λουντέμης)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τιποτένιος, φαύλος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]