taux

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
taux taux

taux (fr) αρσενικό

  1. επιτόκιο
  2. ποσοστό
  3. συντελεστής
  4. τόκος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]