προεξοφλητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προεξοφλητικός προεξοφλητική προεξοφλητικό
γενική προεξοφλητικού προεξοφλητικής προεξοφλητικού
αιτιατική προεξοφλητικό προεξοφλητική προεξοφλητικό
κλητική προεξοφλητικέ προεξοφλητική προεξοφλητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προεξοφλητικοί προεξοφλητικές προεξοφλητικά
γενική προεξοφλητικών προεξοφλητικών προεξοφλητικών
αιτιατική προεξοφλητικούς προεξοφλητικές προεξοφλητικά
κλητική προεξοφλητικοί προεξοφλητικές προεξοφλητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προεξοφλητικός < προεξοφλώ + -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

προεξοφλητικός

  • που έχει σχέσει με την προεξόφληση, αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]