vox
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- vox < πρωτοϊταλική *wōks < *wṓkʷs (φωνή) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wekʷ- (μιλώ). Συγγενή: σανσκριτική वाच् (vā́c), αρχαία ελληνική ὄψ (φωνή, λέξη), ἔπος.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]vōx, -cis (la) θηλυκό
Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | vox | vocēs |
| γενική | vocis | vocum |
| δοτική | vocī | vocibus |
| αιτιατική | vocem | vocēs |
| κλητική | vox | vocēs |
| αφαιρετική | voce | vocibus |
Πηγές
[επεξεργασία]- vox - Gaffiot, Félix (1934) Dictionnaire illustré latin-français, Hachette [Γκαφιό, Φελίξ (1934) Εικονογραφημένο λατινογαλλικό λεξικό, Ασέτ] (στα γαλλικά)
- vox - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.