άνεμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άνεμος άνεμοι
γενική ανέμου ανέμων
αιτιατική άνεμο ανέμους
κλητική άνεμε άνεμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άνεμος < αρχαία ελληνική ἄνεμος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈa.nɛ.mɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άνεμος αρσενικό

  1. κίνηση του ατμοσφαιρικού αέρα. Χαρακτηρίζεται από κάποια δύναμη και κάποια κατεύθυνση
    ο απηλιώτης (λεβάντες) είναι ανατολικός άνεμος, ενώ ο ζέφυρος (πουνέντες) δυτικός
  2. (μεταφορικά) μία κίνηση, ένα ρεύμα από κάτι (συνήθως με ανανεωτικό χαρακτήρα)
    πνέει άνεμος αλλαγής στην πολιτική

Εκφράσεις[]

  • όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες : όποιος προκαλεί αναταραχές, υφίσταται χειρότερες συνέπειες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]