απόγειο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόγειο απόγεια
γενική απογείου απογείων
αιτιατική απόγειο απόγεια
κλητική απόγειο απόγεια
το σημείο 7 είναι το απόγειο της τροχιάς του σώματος 3

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

απόγειο < αρχαία ελληνική ἀπόγειον, ουδέτερο του επιθέτου ἀπόγειος < ἀπό + -γειος (< γῆ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ˈpɔ.ʝi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

απόγειο ουδέτερο

  1. (αστρονομία) το σημείο της ελλειπτικής τροχιάς ενός ουράνιου σώματος ή τεχνητού δορυφόρου όπου η απόσταση από τη Γη είναι η μέγιστη. Αντίστοιχα για τη Σελήνη έχουμε το αποκύνθιο
  2. (μεταφορικά) το αποκορύφωμα, το ανώτερο σημείο
    στο απόγειο της καριέρας του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]