απόγειο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | απόγειο | απόγεια |
| γενική | απογείου | απογείων |
| αιτιατική | απόγειο | απόγεια |
| κλητική | απόγειο | απόγεια |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.ˈpɔ.ʝi.ɔ/
[
]
Ουσιαστικό
απόγειο ουδέτερο
- (αστρονομία) το σημείο της ελλειπτικής τροχιάς ενός ουράνιου σώματος ή τεχνητού δορυφόρου όπου η απόσταση από τη Γη είναι η μέγιστη. Αντίστοιχα για τη Σελήνη έχουμε το αποκύνθιο
- (μεταφορικά) το αποκορύφωμα, το ανώτερο σημείο
- στο απόγειο της καριέρας του