βαρέλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαρέλι βαρέλια
γενική βαρελιού βαρελιών
αιτιατική βαρέλι βαρέλια
κλητική βαρέλι βαρέλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βαρέλι < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /va.ˈɾɛ.li/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βαρέλι ουδέτερο

  • μεγάλο δοχείο σε σχήμα κυλίνδρου, κανονικού ή με κυρτά τοιχώματα, για την αποθήκευση υγρών
βάλαμε το μούστο στο παλιό δρύινο βαρέλι
αυξήθηκε η τιμή του πετρελαίου κατά 2$ το βαρέλι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]