γουλί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γουλί γουλιά
γενική γουλιού γουλιών
αιτιατική γουλί γουλιά
κλητική γουλί γουλιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γουλί < μεσαιωνική ελληνική γουλίν < αρχαία ελληνική ἀγλίον, υποκοριστικό του ἄγλις (σκελίδα σκόρδου)

[έχει προταθεί και η ετυμολογία (Κριαράς): < μεσαιωνική ελληνική γωλίον < λατινική colis < caulis (=κοτσάνι, μίσχος)]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γουλί ουδέτερο

  1. ο (τρυφερός) βλαστός των λαχανικών ή χορταρικών, ο μίσχος
  2. το μέρος της ρίζας των φυτών που τρώγεται
  3. σκελίδα σκόρδου
  4. αποφλοιωμένος καρπός
  5. (ιδιωματικό) το βότσαλο (εξ ου και πολλές παραλίες στην Ελλάδα έχουν αυτό το όνομα)
  6. καθετί λείο και γυμνό σαν το κλειστό λάχανο
  7. (μεταφορικά)(λαϊκότροπο) ο κοντοκουρεμένος, ο κουρεμένος με την ψιλή
    τον κούρεψαν γουλί

32πχ Μεταφράσεις[]