δίδυμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Δίδυμοι

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

δίδυμος < δι- + -δυ + -μος (αναδιπλασιασμός του δύο)

[] Open book 01.svg Επίθετο

δίδυμος -η -ο

  • αυτός που κυοφορήθηκε και γεννήθηκε με άλλον έναν αδελφό ή αδελφή
δίδυμα αδέλφια
  • (ιατρική) δίδυμη κύηση: κύηση με δύο έμβρυα
  • (μεταφορικά) (πληθυντικός) αυτοί που αποτελούνται από δύο όμοια στοιχεία
δίδυμα πυροβόλα, δίδυμοι πύργοι

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

δίδυμος αρσενικό

  • ο ένας από τους δίδυμους αδελφούς
    ιδανικοί / γνήσιοι / με την απόλυτη έννοια δίδυμοι ονομάζονται οι ομοζυγώτες δίδυμοι, δηλαδή εκείνοι που προέρχονται από τη διαίρεση ενός μόνο γονιμοποιημένου ωαρίου
    ετεροζυγώτες δίδυμοι (ή σπανιότερα διζυγώτες δίδυμοι) ονομάζονται εκείνοι που προέρχονται από τη γονιμοποίηση δύο ή και περισσότερων ωαρίων

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες