μαξιλάρι

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική μαξιλάρι μαξιλάρια
Γενική μαξιλαριού μαξιλαριών
Αιτιατική μαξιλάρι μαξιλάρια
Κλητική μαξιλάρι μαξιλάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μαξιλάρι < λατινική maxillaris

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ma.ksi.ˈla.ɾi/
κρεβάτι με σεντόνια και μαξιλάρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό

μαξιλάρι ουδέτερο

  1. αντικείμενο γεμισμένο από μαλακό υλικό (π.χ. υαλοβάμβακα ή πούπουλα) και ντυμένο εξωτερικά με ύφασμα που στηρίζει το κεφάλι κατά τον ύπνο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: προσκέφαλο
  2. (γενικότερα) οποιοδήποτε αντικείμενο με παρόμοια κατασκευή, π.χ. τα κινητά εξαρτήματα στους καναπέδες πάνω στα οποία καθόμαστε ή στηρίζουμε την πλάτη μας
  3. (μεταφορικά) κάτι που απορροφά κραδασμούς

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες