μαξιλάρι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μαξιλάρι | μαξιλάρια |
| γενική | μαξιλαριού | μαξιλαριών |
| αιτιατική | μαξιλάρι | μαξιλάρια |
| κλητική | μαξιλάρι | μαξιλάρια |
[
]
Ετυμολογία
- μαξιλάρι < λατινική maxillaris
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ma.ksi.ˈla.ɾi/
[
]
Ουσιαστικό
μαξιλάρι ουδέτερο
- αντικείμενο γεμισμένο από μαλακό υλικό (π.χ. υαλοβάμβακα ή πούπουλα) και ντυμένο εξωτερικά με ύφασμα που στηρίζει το κεφάλι κατά τον ύπνο
- (γενικότερα) οποιοδήποτε αντικείμενο με παρόμοια κατασκευή, π.χ. τα κινητά εξαρτήματα στους καναπέδες πάνω στα οποία καθόμαστε ή στηρίζουμε την πλάτη μας
- (μεταφορικά) κάτι που απορροφά κραδασμούς
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
μαξιλάρι