μαϊμού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαϊμού μαϊμούδες
γενική μαϊμούς μαϊμούδων
αιτιατική μαϊμού μαϊμούδες
κλητική μαϊμού μαϊμούδες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μαϊμού < αρχαία ελληνική μιμώ
Πράσινη μαϊμού

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

μαϊμού θηλυκό

  1. μικρόσωμος, ευκίνητος πίθηκος με μακριά ουρά
  2. (μεταφορικά) άσχημος ή κατεργάρης άνθρωπος
  3. (μεταφορικά) μεταμφίεση κλεμμένου αντικειμένου, κυρίως αυτοκινήτου
  4. (μεταφορικά) φτηνή απομίμηση αντικειμένου ή ιδέας

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες