μαϊμού
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μαϊμού | μαϊμούδες |
| γενική | μαϊμούς | μαϊμούδων |
| αιτιατική | μαϊμού | μαϊμούδες |
| κλητική | μαϊμού | μαϊμούδες |
[
]
Ετυμολογία
- μαϊμού < αρχαία ελληνική μιμώ
[
]
Ουσιαστικό
μαϊμού θηλυκό
- μικρόσωμος, ευκίνητος πίθηκος με μακριά ουρά
- (μεταφορικά) άσχημος ή κατεργάρης άνθρωπος
- (μεταφορικά) μεταμφίεση κλεμμένου αντικειμένου, κυρίως αυτοκινήτου
- (μεταφορικά) φτηνή απομίμηση αντικειμένου ή ιδέας
[
]
[
]
Μεταφράσεις
μαϊμού