σαλιγκάρι

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική σαλιγκάρι σαλιγκάρια
Γενική σαλιγκαριού σαλιγκαριών
Αιτιατική σαλιγκάρι σαλιγκάρια
Κλητική σαλιγκάρι σαλιγκάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σαλιγκάρι < αβέβαιη ετυμολογία· πιθανώς μεσαιωνική ελληνική σαλίγκας < σάλιαγκας < σάλιακας < σιαλικός, που αναφέρεται στο σάλιο

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /sa.li.ˈga.ɾi/
ένα 'σαλιγκάρι

Open book 01.svg Ουσιαστικό

σαλιγκάρι ουδέτερο

  • (ζωολογία) μαλάκιο με σπειροειδές κέλυφος και εδώδιμη σάρκα. Έχει μακρόστενο σώμα, το οποίο προεξέχει εν μέρει από το κέλυφος, και κεφάλι, το οποίο φέρει δύο ζευγάρια κεραιών που συστέλλονται. Τρέφεται με φυτικές ύλες (χορτάρι, βλαστάρια κ.λπ.), κινείται αργά αφήνοντας ίχνη βλέννας και εμφανίζεται κυρίως τις βροχερές μέρες

Εκφράσεις

  • σαν σαλιγκάρι: πολύ αργά

Συγγενικές λέξεις

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες