σβήνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- σβήνω < αρχαία ελληνική σβέννυμι . Από τον αόριστο ἔσβην (γ' πληθυντικό: ἔσβησαν) σχηματίστηκε ο νέος αόριστος έσβησα και από αυτόν ο νέος ενεστώτας σβήνω.
[
]
Προφορά
[
]
Ρήμα
σβήνω
- σταματώ κάτι από το να καίει ή να καίγεται
- (αμετάβατο) σταματώ να καίω
- η φωτιά έσβησε
- (μεταφορικά) ικανοποιώ μια σφοδρή επιθυμία ωστε αυτή να μην είναι πια επιτακτική
- σβήνω τη δίψα μου
- κάνω κάτι που είναι γραμμένο να μη φαίνεται πια, διαγράφω
- απενεργοποιώ μια συσκευή
- (αμετάβατο) σταματώ να λειτουργώ
- το φως / ο υπολογιστής / το αυτοκίνητο έσβησε ξαφνικά
- (αμετάβατο) σταματώ να λειτουργώ
- (λαϊκό) (αμετάβατο) λιποθυμώ ή πεθαίνω
- (γαστρονομία) ρίχνω κάποιο υγρό (νερό, κρασί, ξύδι κλπ) σε φαγητό που σοτάρω ή τσιγαρίζω, το οποίο κατεβάζει τη θερμοκρασία
[
] Εκφράσεις
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Κλίση
Κλίση
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
[
]
Μεταφράσεις
σβήνω