τύμπανο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τύμπανο τύμπανα
γενική τυμπάνου τυμπάνων
αιτιατική τύμπανο τύμπανα
κλητική τύμπανο τύμπανα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τύμπανο < αρχαία ελληνική τύμπανον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈti.ba.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τύμπανο ουδέτερο

  1. (μουσική) κρουστικό όργανο, κυλινδρικής μορφής, που παράγει ήχο από τον παλμό, συνήθως, ενός δερμάτινου ελάσματος
  2. (ανατομία) ημιδιαφανής μεμβράνη που χωρίζει τον ακουστικό πόρο του αφτιού από το μέσο αφτί
  3. (αρχιτεκτονική) στις ρομανικές και γοτθικές εκκλησίες, χώρος ανάμεσα στο ζύγωμα και το περίτοξο μιας πύλης

32πχ Μεταφράσεις[]