τύμπανο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τύμπανο | τύμπανα |
| γενική | τυμπάνου | τυμπάνων |
| αιτιατική | τύμπανο | τύμπανα |
| κλητική | τύμπανο | τύμπανα |
Ετυμολογία [
]
- τύμπανο < αρχαία ελληνική τύμπανον
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
τύμπανο ουδέτερο
- (μουσική) κρουστικό όργανο, κυλινδρικής μορφής, που παράγει ήχο από τον παλμό, συνήθως, ενός δερμάτινου ελάσματος
- (ανατομία) ημιδιαφανής μεμβράνη που χωρίζει τον ακουστικό πόρο του αφτιού από το μέσο αφτί
- (αρχιτεκτονική) στις ρομανικές και γοτθικές εκκλησίες, χώρος ανάμεσα στο ζύγωμα και το περίτοξο μιας πύλης