Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ιγκουανόδοντας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Ιγκουανόδοντας οι Ιγκουανόδοντες
      γενική του Ιγκουανόδοντα των Ιγκουανοδόντων
    αιτιατική τον Ιγκουανόδοντα τους Ιγκουανόδοντες
     κλητική Ιγκουανόδοντα Ιγκουανόδοντες
Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Αναπαράσταση Ιγκουανόδοντα.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ιγκουανόδοντας < (λόγιο δάνειο) νεολατινική iguanodon < iguana + αρχαία ελληνική ὀδών (δόντι)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.ɡu.aˈno.ðon.das/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Ιγκουανόδοντας

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ιγκουανόδοντας αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]