Κουμπανιός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κουμπανιός < κουμπάνια ή κουμπανιός (σύντροφος)[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kum.baˈɲos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Κου‐μπα‐νιός
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κουμπανιός αρσενικό (θηλυκό Κουμπανιού)
Μεταγραφές
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Εμμανουήλ Π. Καλλίγερος (2002), Κυθηραϊκά επώνυμα. Ιστορική, γεωγραφική και γλωσσική προσέγγιση, Αθήνα: Εταιρεία Κυθηραϊκών Μελετών.