Τόρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Τόρης < αγγλική Tory

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Τόρης αρσενικό

  1. πολιτικός οπαδός, υποστηρικτής ή βουλευτής του κόμματος των Συντηρητικών του Ηνωμένου Βασιλείου
    Γιατί ο Μπόρις μπορεί είναι ένας μετριοπαθής Τόρης (έως και φιλελές κάποιες φορές), υπέκυψε όμως στο θανάσιμο αμάρτημα να ταχθεί υπέρ του Brexit (diesy.gr)
    φίνος, συμπαθητικός ... μα τόρης, συντηρητικός φανατικός.. (Για να γίνει μεγάλος: βιογραφία του Νίκου Καζαντζάκη, Έλλη Αλεξίου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1993)

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Τόρης αρσενικό

  1. επώνυμο
  2. υποκοριστικό του Νέστορα
    Ο Νέστορας που Τόρη τον φώναζε αυτή (Διαβάζω, Τεύχη 377-380, 1997)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]