άρση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άρση άρσεις
γενική άρσης
& άρσεως
άρσεων
αιτιατική άρση άρσεις
κλητική άρση άρσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άρση < αρχαία ελληνική ἄρσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άρση θηλυκό

  1. (λόγιο) το σήκωμα, η ανύψωση
  2. (μεταφορικά) η αναίρεση, η ακύρωση
  3. (μουσική) το μέρος του μέτρου που δεν τονίζεται
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα θέση


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]