άτλαντας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο άτλαντας οι άτλαντες
      γενική του άτλαντα των ατλάντων
    αιτιατική τον άτλαντα τους άτλαντες
     κλητική άτλαντα άτλαντες
όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άτλαντας < αρχαία ελληνική Ἄτλας < ἀ- + ινδοευρωπαϊκή ρίζα *telh₂- (υφίσταμαι, υπομένω, υποφέρω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άτλαντας αρσενικό

  1. βιβλίο με χάρτες (από μια συλλογή χαρτών του 16ου αιώνα που απεικόνιζε στην προμετωπίδα τον μυθικό Άτλαντα)
  2. κίονας με μορφή άντρα
     συνώνυμα: τελαμώνας
  3. (ανατομία) ο πρώτος σπόνδυλος του λαιμού

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]