αβάτευτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβάτευτος < α- στερητ. + βατεύω + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβάτευτος, -η, -ο

  1. (κυρίως για ζώα, μεταφορικά όμως και για ανθρώπους) που δεν τον έχουν βατέψει, που δεν έχει ζευγαρώσει
    Το νταβραμπά! Ήρθε να μας βάλει στη θεογνωσία. Δεν κοιτάζει τις δικές τους παραλυσίες που δεν αφήνουν μήτε δαμάλα αβάτευτη, μόνο έρχεται να μας ανοίξει τάχα το δρόμο που πάει στον παράδεισο (Γαλάτεια Καζαντζάκη, "Οι λεπροί")

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]