αβυσσοβενθικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αβυσσοβενθικός αβυσσοβενθική αβυσσοβενθικό
γενική αβυσσοβενθικού αβυσσοβενθικής αβυσσοβενθικού
αιτιατική αβυσσοβενθικό αβυσσοβενθική αβυσσοβενθικό
κλητική αβυσσοβενθικέ αβυσσοβενθική αβυσσοβενθικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβυσσοβενθικοί αβυσσοβενθικές αβυσσοβενθικά
γενική αβυσσοβενθικών αβυσσοβενθικών αβυσσοβενθικών
αιτιατική αβυσσοβενθικούς αβυσσοβενθικές αβυσσοβενθικά
κλητική αβυσσοβενθικοί αβυσσοβενθικές αβυσσοβενθικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβυσσοβενθικός < άβυσσος + βενθικός + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβυσσοβενθικός , -ή , -ό

  1. (βιολογία) ο σχετιζόμενος με το βένθος της αβύσσου, στο βυθό των ωκεανών
    αβυσσοβενθικοί οργανισμοί

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]