αγγελοπρόσωπος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αγγελοπρόσωπος αρσενικό, αγγελοπρόσωπη θηλυκό, αγγελοπρόσωπο ουδέτερο

  1. Αυτός που έχει αγγελικό πρόσωπο, αγγελική όψη.
    Ήρθε στον ύπνο του η αγγελοπρόσωπη Παναγιά.
  2. (μεταφορικά) Ο όμορφος, ο καλλίμορφος.
    Αγγελοπρόσωπη αγαπημένη πρόβαλε στο παραθύρι να σε δω να σε χαρώ.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

(1)

(2)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]