αγιωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγιωτικός αγιωτική αγιωτικό
γενική αγιωτικού αγιωτικής αγιωτικού
αιτιατική αγιωτικό αγιωτική αγιωτικό
κλητική αγιωτικέ αγιωτική αγιωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγιωτικοί αγιωτικές αγιωτικά
γενική αγιωτικών αγιωτικών αγιωτικών
αιτιατική αγιωτικούς αγιωτικές αγιωτικά
κλητική αγιωτικοί αγιωτικές αγιωτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγιωτικός < άγιος+ παραγ. κατάλ. -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αγιωτικός, -ή, -ό

  1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους αγίους και γενικότερα στη θρησκεία
  2. ευσεβής, ενάρετος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]