ευσεβής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: εὐσεβής

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ευσεβής ευσεβής ευσεβές
γενική ευσεβούς ευσεβούς ευσεβούς
αιτιατική ευσεβή ευσεβή ευσεβές
κλητική ευσεβή(ής) ευσεβής ευσεβές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευσεβείς ευσεβείς ευσεβή
γενική ευσεβών ευσεβών ευσεβών
αιτιατική ευσεβείς ευσεβείς ευσεβή
κλητική ευσεβείς ευσεβείς ευσεβή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευσεβής < αρχαία ελληνική εὐσεβής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛf.sɛ.ˈvis/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ευσεβής, -ής, -ές (παραθετικά: ευσεβέστερος, -η, -ο, ευσεβέστατος, -η, -ο)

  1. αυτός που τρέφει σεβασμός και αφοσίωση στο θεό και το εκδηλώνει με την τήρηση των εντολών του

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ευσεβής πόθος: η επιθυμία για κάτι καλό που είναι απίθανο να πραγματοποιηθεί

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]