Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγκιτάτορας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αγκιτάτορας οι αγκιτάτορες
      γενική του αγκιτάτορα των αγκιτατόρων
    αιτιατική τον αγκιτάτορα τους αγκιτάτορες
     κλητική αγκιτάτορα αγκιτάτορες
Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγκιτάτορας < λατινική agitator[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.giˈta.to.ɾas/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγκιτάτορας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγκιτάτορας αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]