αεροστατικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αεροστατικός αεροστατική αεροστατικό
γενική αεροστατικού αεροστατικής αεροστατικού
αιτιατική αεροστατικό αεροστατική αεροστατικό
κλητική αεροστατικέ αεροστατική αεροστατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αεροστατικοί αεροστατικές αεροστατικά
γενική αεροστατικών αεροστατικών αεροστατικών
αιτιατική αεροστατικούς αεροστατικές αεροστατικά
κλητική αεροστατικοί αεροστατικές αεροστατικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αεροστατικός < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

αεροστατικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την αεροστατική
  2. σχετικός με το αερόστατο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]