αθλιότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αθλιότητα αθλιότητες
γενική αθλιότητας αθλιοτήτων
αιτιατική αθλιότητα αθλιότητες
κλητική αθλιότητα αθλιότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αθλιότητα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αθλιότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του άθλιου
  2. (και στον πληθυντικό) άθλια ενέργεια
  3. μεγάλη φτώχεια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]