αιματολογία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αιματολογία οι αιματολογίες
      γενική της αιματολογίας των αιματολογιών
    αιτιατική την αιματολογία τις αιματολογίες
     κλητική αιματολογία αιματολογίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιματολογία < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιματολογία θηλυκό (πληθυντικός : πληθυντικός_της_λέξης)

  • κλάδος της ιατρικής ο οποίος ασχολείται με την μελέτη, την διάγνωση και θεραπεία των παθήσεων του αίματος.
Μετά την αποφοίτηση της σχολής του ειδικεύτηκε στη γενική Αιματολογία.


Μεταφράσεις[επεξεργασία]