αιμοπετάλιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιμοπετάλιο αιμοπετάλια
γενική αιμοπεταλίου αιμοπεταλίων
αιτιατική αιμοπετάλιο αιμοπετάλια
κλητική αιμοπετάλιο αιμοπετάλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιμοπετάλιο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιμοπετάλιο ουδέτερο

  1. κύτταρο του αίματος που συντελεί στη λειτουργία της πήξης όταν προκληθεί αιμορραγία


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]