Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλιτήριος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αλιτήριος η αλιτήρια το αλιτήριο
      γενική του αλιτήριου της αλιτήριας του αλιτήριου
    αιτιατική τον αλιτήριο την αλιτήρια το αλιτήριο
     κλητική αλιτήριε αλιτήρια αλιτήριο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αλιτήριοι οι αλιτήριες τα αλιτήρια
      γενική των αλιτήριων των αλιτήριων των αλιτήριων
    αιτιατική τους αλιτήριους τις αλιτήριες τα αλιτήρια
     κλητική αλιτήριοι αλιτήριες αλιτήρια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλιτήριος < αρχαία ελληνική ἀλιτήριος

Επίθετο

[επεξεργασία]

αλιτήριος, -α, -ο

  • που δεν έχει ηθικούς φραγμούς και δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα
      Ταφόπετρα όχι για το ίδιο το νησί (που τώρα μπορεί να βγάζει και πιο πολλά λεφτά…) αλλά για όλους αυτούς που την είχαν επιλέξει ως ένα μέρος που μπορείς να συνδυάσεις τα πάντα. Το χίπικο, το μποέμικο, το αλητήριο, το γκομενίστικο, το οικογενειακό, το κυριλέ, το ακριβό και το αουτσάιντερ. Πάντα μπορούσες να κάνεις όποια επιλογή γούσταρες. (Ο Πέτρος Κωστόπουλος γράφει: Αποχαιρέτα την τη Μύκονο που χάνεις, zinapost.gr, 30/08/2015 )

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]