αλλεργιογόνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αλλεργιογόνος αλλεργιογόνα αλλεργιογόνο
γενική αλλεργιογόνου αλλεργιογόνας αλλεργιογόνου
αιτιατική αλλεργιογόνο αλλεργιογόνα αλλεργιογόνο
κλητική αλλεργιογόνε αλλεργιογόνα αλλεργιογόνο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αλλεργιογόνοι αλλεργιογόνες αλλεργιογόνα
γενική αλλεργιογόνων αλλεργιογόνων αλλεργιογόνων
αιτιατική αλλεργιογόνους αλλεργιογόνες αλλεργιογόνα
κλητική αλλεργιογόνοι αλλεργιογόνες αλλεργιογόνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλλεργιογόνος < αλλεργία + -ο- + -γόνος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αλλεργιογόνος

  1. (ιατρική) που προκαλεί αλλεργία
  2. (ουσιαστικοποιημένο) αλλεργιογόνο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]