αλλοτρίωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλλοτρίωση < αλλοτριώνω < αλλότριος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλλοτρίωση θηλυκό

  1. η αποξένωση, απώλεια, εκποίηση, μεταβίβαση κυριότητας κάποιου πράγματος σε άλλον
  2. η διαδικασία αποξένωσης του ανθρώπου απο τον ίδιο του τον εαυτό


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]