αλυτρωτισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλυτρωτισμός αλυτρωτισμοί
γενική αλυτρωτισμού αλυτρωτισμών
αιτιατική αλυτρωτισμό αλυτρωτισμούς
κλητική αλυτρωτισμέ αλυτρωτισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλυτρωτισμός < αλύτρωτος + -ισμός < ελληνιστική κοινή ἀλύτρωτος < ἀ- + αρχαία ελληνική λυτρόω / λυτρῶ < λύτρον < λύω < ινδοευρωπαϊκή *lewH- (μεταφραστικό δάνειο από την ιταλική irredentismo)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.li.tɾɔ.ti.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλυτρωτισμός αρσενικό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]