ανακεφαλαίωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανακεφαλαίωση ανακεφαλαιώσεις
γενική ανακεφαλαίωσης
& ανακεφαλαιώσεως
ανακεφαλαιώσεων
αιτιατική ανακεφαλαίωση ανακεφαλαιώσεις
κλητική ανακεφαλαίωση ανακεφαλαιώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανακεφαλαίωση < ελληνιστική κοινή ἀνακεφαλαίωσις < αρχαία ελληνική ἀνακεφαλαιόομαι / ἀνακεφαλαιοῦμαι < κεφαλή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανακεφαλαίωση θηλυκό (ο πληθυντικός δόκιμος για τις οικονομικές έννοιες)

  1. η επανάληψη πληροφοριών και στοιχείων σε συνοπτική μορφή, η επανάληψη των κεντρικών σημείων μιας ενότητας
  2. (νεολογισμός) (οικονομία) η εξεύρεση κεφαλαίων για μεγάλα πιστωτικά ιδρύματα (π.χ. τράπεζες)
  3. (οικονομία) ο ανατοκισμός όταν κάποιος λαμβάνει δάνειο και δεν το εξοφλεί (οπότε οι τόκοι θεωρούνται κεφάλαιο που δανείστηκε και στο εξής τοκίζονται σαν το κεφάλαιο που πράγματι δανείστηκε ο δανειολήπτης) αλλά και αντιστρόφως η αύξηση του κεφαλαίου λόγω τόκων ενός καταθέτη σε μια τράπεζα όσο το κεφάλαιο και οι τόκοι παραμένουν κατατεθειμένοι με προθεσμιακή κατάθεση και εφ' όσον ο καταθέτης δεν κάνει ανάληψη μετά το πέρας της πρώτης προθεσμίας -οπότε οι τόκοι της πρώτης περιόδου λογίζονται στο εξής ως νέο κεφάλαιο και τοκίζονται

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]