ανακεφαλαιωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ανακεφαλαιωτικός ανακεφαλαιωτική ανακεφαλαιωτικό
γενική ανακεφαλαιωτικού ανακεφαλαιωτικής ανακεφαλαιωτικού
αιτιατική ανακεφαλαιωτικό ανακεφαλαιωτική ανακεφαλαιωτικό
κλητική ανακεφαλαιωτικέ ανακεφαλαιωτική ανακεφαλαιωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανακεφαλαιωτικοί ανακεφαλαιωτικές ανακεφαλαιωτικά
γενική ανακεφαλαιωτικών ανακεφαλαιωτικών ανακεφαλαιωτικών
αιτιατική ανακεφαλαιωτικούς ανακεφαλαιωτικές ανακεφαλαιωτικά
κλητική ανακεφαλαιωτικοί ανακεφαλαιωτικές ανακεφαλαιωτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανακεφαλαιωτικός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανακεφαλαιωτικός

  1. σχετικός με την ανακεφαλαίωση
  2. που επιτρέπει / που εξυπηρετεί την ανακεφαλαίωση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]