αναπαραγόμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναπαραγόμενος αναπαραγόμενη αναπαραγόμενο
γενική αναπαραγόμενου αναπαραγόμενης αναπαραγόμενου
αιτιατική αναπαραγόμενο αναπαραγόμενη αναπαραγόμενο
κλητική αναπαραγόμενε αναπαραγόμενη αναπαραγόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναπαραγόμενοι αναπαραγόμενες αναπαραγόμενα
γενική αναπαραγόμενων αναπαραγόμενων αναπαραγόμενων
αιτιατική αναπαραγόμενους αναπαραγόμενες αναπαραγόμενα
κλητική αναπαραγόμενοι αναπαραγόμενες αναπαραγόμενα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναπαραγόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αναπαράγω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αναπαραγόμενος

  1. εκείνος που αναπαράγεται
    ο αναπαραγόμενος ήχος
    το αναπαραγόμενο είδος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]