αναρρωτήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αναρρωτήριο τα αναρρωτήρια
      γενική του αναρρωτηρίου των αναρρωτηρίων
    αιτιατική το αναρρωτήριο τα αναρρωτήρια
     κλητική αναρρωτήριο αναρρωτήρια
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναρρωτήριο < ανάρρωση και κατάληξη -τήριο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναρρωτήριο ουδέτερο

  1. χώρος νοσηλείας στον οποίο διαμετακομίζονται οι ασθενείς μετά από την οξεία φάση μιας ασθένειας ή μετά από χειρουργική επέμβαση, για να αναρρώσουν
  2. εργασιακός χώρος σε μεγάλες επιχειρήσεις, ειδικά για την παροχή πρώτων βοηθειών σε περίπτωση πο χρειαστεί περίθαλψη ένας εργαζόμενος ή που νιώσει αδιαθεσία
  3. άλλος χαρακτηρισμός για τους οίκους ευγηρίας αλλά και για κλινικές που δέχονται χρονίως πάσχοντες καθώς και νέους στην ηλικία ασθενείς οι οποίοι ομως χρειάζονται ειδική φροντίδα (π.χ. παρατεταμένη και εντατική φυσιοθεραπεία μετά από σοβαρό ατύχημα, εγκεφαλικό επεισόδιο κ.λπ.)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]