αναστοχασμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναστοχασμός αναστοχασμοί
γενική αναστοχασμού αναστοχασμών
αιτιατική αναστοχασμό αναστοχασμούς
κλητική αναστοχασμέ αναστοχασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναστοχασμός < αναστοχάζομαι + -ησ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναστοχασμός αρσενικό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αναστοχάζομαι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αναλογισμός, επανεξέταση, μετεξέταση, (αναψηλάφηση)
  2. (εκπαίδευση)
    • Ο αναστοχασμός της διδακτικής πράξης είναι μια σύνθετη και πολυεπίπεδη διαδικασία στην οποία εμπλέκονται όλες οι προϋπάρχουσες έννοιες για τη μάθηση αλλά και οι υποκειμενικές εμπειρίες κάθε εκπαιδευόμενου. Υπό την έννοια αυτή αποτελεί μια μεταγνωστική διαδικασία καθώς ανατροφοδοτεί την εκπαιδευτική πράξη και καθοδηγεί τις σκέψεις και κατ’ επέκταση τις διδακτικές ενέργειες των υποψήφιων εκπαιδευτικών. (*)
    • Ως αναστοχασμό ορίζουμε «την ενεργή, επίμονη και συστηματική εξέταση κάθε πεποίθησης ή υποτιθέμενου τύπου γνώσης στο φως των βάσεων που την υποστηρίζουν, καθώς και τα περαιτέρω συμπεράσματα στα οποία αυτή κατατείνει». (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]