Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανεμοκάμηλο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ανεμοκάμηλο τα ανεμοκάμηλα
      γενική του ανεμοκάμηλου των ανεμοκάμηλων
    αιτιατική το ανεμοκάμηλο τα ανεμοκάμηλα
     κλητική ανεμοκάμηλο ανεμοκάμηλα
Η λόγια μετακίνση του τόνου (ανεμοκαμήλου) δεν συνηθίζεται στις λέξεις της δημοτικής.
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Το ανεμοκάμηλο

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανεμοκάμηλο < ανεμο- + καμήλ(α) (κάμηλ(ος)) + -ο με προσαρμογή σε ουδέτερο

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ne.moˈka.mi.lo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ανεμοκάμηλο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ανεμοκάμηλο ουδέτερο (δημοτική)[1]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία.
  2. Πέτρος Βλαστός, Συνώνυμα και συγγενικά [Νέα έκδοση συμπληρωμένη από τα κατάλοιπα του συγγραφέα· πρόλογος: Αλκηστις Σουλογιάννη· εισαγωγή: Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου] (Αθήνα: ΕΛΙΑ, 1989, ISBN 960-201-087-8), σ. 82.