ανενόχλητος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανενόχλητος ανενόχλητη ανενόχλητο
γενική ανενόχλητου ανενόχλητης ανενόχλητου
αιτιατική ανενόχλητο ανενόχλητη ανενόχλητο
κλητική ανενόχλητε ανενόχλητη ανενόχλητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανενόχλητοι ανενόχλητες ανενόχλητα
γενική ανενόχλητων ανενόχλητων ανενόχλητων
αιτιατική ανενόχλητους ανενόχλητες ανενόχλητα
κλητική ανενόχλητοι ανενόχλητες ανενόχλητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανενόχλητος < α στερητικό και ενοχλώ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανενόχλητος

  • που δεν τον ενοχλεί κανείς ενώ θα έπρεπε ή και που σωστά τον αφήνουν στη ησυχία του
  • θέλω να συγκεντρωθώ ανενόχλητος στο διάβασμά μου
  • οι δράστες έδρασαν ανενόχλητοι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]