ανευχαρίστητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανευχαρίστητος ανευχαρίστητη ανευχαρίστητο
γενική ανευχαρίστητου ανευχαρίστητης ανευχαρίστητου
αιτιατική ανευχαρίστητο ανευχαρίστητη ανευχαρίστητο
κλητική ανευχαρίστητε ανευχαρίστητη ανευχαρίστητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανευχαρίστητοι ανευχαρίστητες ανευχαρίστητα
γενική ανευχαρίστητων ανευχαρίστητων ανευχαρίστητων
αιτιατική ανευχαρίστητους ανευχαρίστητες ανευχαρίστητα
κλητική ανευχαρίστητοι ανευχαρίστητες ανευχαρίστητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανευχαρίστητος < αν- + ευχαριστώ + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανευχαρίστητος, -η, -ο

  1. που δεν ευχαριστιέται (με τίποτα
    αντώνυμα: ευχαριστημένος
  2. (σπάνιο) αχάριστος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]