ανορθωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανορθωτικός ανορθωτική ανορθωτικό
γενική ανορθωτικού ανορθωτικής ανορθωτικού
αιτιατική ανορθωτικό ανορθωτική ανορθωτικό
κλητική ανορθωτικέ ανορθωτική ανορθωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανορθωτικοί ανορθωτικές ανορθωτικά
γενική ανορθωτικών ανορθωτικών ανορθωτικών
αιτιατική ανορθωτικούς ανορθωτικές ανορθωτικά
κλητική ανορθωτικοί ανορθωτικές ανορθωτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. ανορθωτικός < ανορθώνω + -τικός
  2. ανορθωτικός < ανορθωτής + -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανορθωτικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με την ανόρθωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. (ηλεκτρολογία) που έχει σχέση με τον ανορθωτή ή αναφέρεται σ’ αυτόν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]